29/02/2024
18.1 C
Serres

Το μεταπολεμικό σχέδιο Μάρσαλ στο τόπο μας!


Για το μεταπολεμικό σχέδιο Μάρσαλ στο τόπο μας γράφει ο Δημοσθένης Στ. Κοσλίδης.


Απ’ τα μέσα του καλοκαιριού του ’47 διαδίδονταν οι φήμες στο χωριό πως θα’ πεφτε μπόλικος παράς απ’ το περιβόητο σχέδιο Μάρσαλ, για να φτιαχτούν οι κατεστραμμένες απ’ τον πόλεμο υποδομές.

Οι τοπικοί κοινοτικοί άρχοντες, όμως, άρπαξαν την ευκαιρία να υποσχεθούν στον κόσμο λαγούς με πετραχήλια.

Ήρθε η ώρα, τους λέγανε, να φάνε και οι εθνικόφρονες με χρυσά κουτάλια, αφού τις χρυσές λίρες του Μίλλερ, αυτές που’ ριχναν οι Άγγλοι στο βουνό στην κατοχή, τις ροκάνισαν τάχατες κάποια σαΐνια Εαμίτες και τώρα έκαναν μόκο.

GOTSIKA

Όμως, αλλού τ’ όνειρο κι αλλού το θαύμα.

Ο μπάρμπα Δημουστέν’ς έγινε Τούρκος, όταν μαθεύτηκε στην πιάτσα, ότι η απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου ήταν να ξοδευτεί ολάκερο το κονδύλι για το ξεπάτωμα των δύο θεόρατων πλατανιών, εκείνου του Μεσοχωριού κι αυτού που σκίαζε την πλατεία του δικού του καφενέ.

Τη φρικαλέα, κατά την άποψή του, απόφαση του κοινοτικού συμβουλίου, στήριξαν στις διαμαρτυρίες κάποιων του σιναφιού τους.


Οι αχμάκηδες, καιρό τώρα μουρμούριζαν ασταμάτητα ότι δήθεν η ζωή και η περιουσία τους, πιο πολύ κι απ’ το εμφυλιοπολεμικό μπαρούτι, κινδύνευε απ’ το πέσιμο των δύο πλατανιών που παραγέρασαν.

Ο μπάρμπα Δημουστέν’ς λάτρευε τα δέντρα σαν ζωντανά πλάσματα του θεού κι έμαθε σ’ όλη του τη ζωή να τα τιμά και να τα προστατεύει απ’ την κούνια ως το κιβούρι τους.

Μα περισσότερο το πλατάνι που’ χε την τύχη ν’ αγναντεύει μόλις άνοιγε τα μάτια του το πρωί, το καμάρωνε και το ευγνωμονούσε, γιατί πάνω απ’ όλα του χάριζε τη ζωογόνα παχιά σκιά του.

Και τον χρόνο που περνούσε συνήθιζε να τον μετρά ο με τ’ άπλωμα των κλαδιών και το φούσκωμα της φυλλωσιάς του πλατανιού, αντίθετα με τους ανθρώπους της τοπικής εξουσίας που μετρούσαν τον χρόνο με το άνοιγμα της κουφάλας του.


«Το πλατάνι γέρασε, η κουφάλα του παραμεγάλωσε, θέλει κόψιμο», λέγανε και τώρα είναι η ευκαιρία που ο κοινοτικός κορβανάς θα γιομίσει με τα κονδύλια του σχεδίου Μάρσαλ.

Τον μπάρμπα Δημουστέν’ μπορεί να τον τρόμαξε μα δεν τον ξάφνιασε η απόφαση τους, αφού μια ζωή τα μουρνταρλίκια οι πολιτικάντηδες τους κερατά, όπως συνήθιζε να τους τα ρίχνει κατάμουτρα, ήταν μαθημένοι απ’ τους τζερεμέδες να κερδίζουν εύκολο παρά.

Τσάκωσαν οι ίδιοι χωρίς χασομέρι πριόνια και τσεκούρια και δώσ’ του στο κόψιμο πρώτα του Μεσοχωρίτικου πλατανιού.

Στο φουκ τακ θεόρατο δέντρο το ξάπλωσαν καταγής και το’ καναν καυσόξυλα για τους ξυλόφουρνους και τα καζάνια τους.

Τους βοηθούσε κι ένα τσούρμο τσιουπλιάκηδες που παραμόνευαν να πάρουν κι αυτοί στο τέλος το μπαξίσι τους – μερικά κλαδιά για το τζάκι τους.

Ποιος λογικός άνθρωπος θα τολμούσε να τους αντισταθεί στ’ αποτρόπαιο έγκλημά τους;

Ποιος είχε τα κότσια να διαμαρτυρηθεί για τ’ άσκοπο χαράμισμα πολύτιμου δημοσίου χρήματος, που ήταν ταγμένο για τ’ αναστήλωμα των ρημαδιών απ’ τον πόλεμο;

Θα τον απειλούσαν να του φορέσουν ζουρλομανδύα γιατί τάχατες παλάβωσε που τόλμησε να κάνει θέμα το κόψιμο δυο γεροπλάτανων, όταν τριγύρω η ανθρώπινη ζωή αυτόν τον καιρό δεν άξιζε δεκάρα.

Ο μπάρμπα Δημουστέν’ς στη ζωή του τράβηξε των παθών του τον τάραχο μα στάθηκε όρθιος και περήφανος, δεν λύγισε ποτέ μπροστά στ’ άδικο , ακόμα και στο παράλογο του Βούλγαρου κατακτητή.

Τώρα, όμως, καθώς περίμενε τους δήμιους και του δικού του πλατανιού με ψυχή πιο μαύρη απ’ το κατράμι και στόμα απ’ της ελιάς το φαρμάκι πιο πικρό δεν είχε κουράγιο να ξεστομίσει λέξη στα θηρία, καθώς τους έβλεπε να’ ρχονται πέρα απ’ το Μπιλίκ’.

Νόμιζε, ότι ορμούσε κατά πάνω του ο ίδιος ο χάροντας να του πάρει την ψυχή.

Πώς μπορούσε να τα βγάλει πέρα με την παλάβρα αυτών των ανθρώπων, αφού επιλογή του ήταν σ’ αυτόν τον αδελφοκτόνο εμφύλιο πόλεμο που βίωνε δραματικά ο τόπος να’ ναι μονάχος κι αδύναμος μα συμφιλιωμένος με τη συνείδησή του, παρά με τους πολλούς και χαλασμένος;

Όμως, βρήκε το κουράγιο να ειδοποιήσει για τα καθέκαστα τον γιο του τον Αποστόλη, που υπηρετούσε στα σύνορα ως χωροφύλακας, άρον – άρον να’ ρθει στο χωριό.

Μπροστά στα μάτια του ο μπάρμπα Δημουστέν’ς έβλεπε έντρομος την ανθρώπινη ανοησία αντάμα με τα ποταπά συμφέροντα ν’ αφήνουν για λίγο καταγής τα κοπτικά τους εργαλεία και ξεδιάντροπα, με μπουκάλια τσίπουρο στο χέρι και τραγουδώντας, να στήνουν χορό κάτω απ’ το πλατάνι προτού αρχίσουν το φρικαλέο έργο τους, την εξολόθρεψή του.

Πεντέξ’ τσεκουριές πρόλαβαν να πέσουν στον κορμό του πλατανιού, όταν οι μπαταριές και οι αγριοφωνάρες του Αποστόλη σήκωσαν τον τόπο.

«Καλπαζάνηδες, κουπούκια του κερατά, άι στα τσακίδια από δω πέρα, ειδεμής σας γάμσα τη μανίτσκα, κουπρίτες».

Αυτοί που έκοβαν κι έραβαν στο χωριό και λογαριασμό δεν έδιναν σε κανένα, τώρα μπροστά στον οπλισμένο κι αποφασισμένο χωροφύλακα τα’ καναν στα βρακιά τους.

Χωρίς να βγάλουν άχνα μάζεψαν τα μπραγκατσίγκαλά τους και σαν βρεγμένες γάτες τράβηξαν για κει που τους άξιζε, στον αγύριστο.

Μονάχα τ’ αμέρωτο θεριό, ο Τούμπαλας, αυτόν που έκαναν κάθε μέρα τούρνα στο μεθύσι κάποια εθνικόφρονα σαΐνια για να παλεύει ακόμα και με τις αρκούδες των γύφτων, σήκωσε ανάστημα στον Αποστόλη και σάλταρε σαν το λυσσασμένο σκυλί πάνω του.

Τους παλικαράδες συνήθιζαν στο χωριό μας να τους φωνάζουν με το παρατσούκλι.

Ο Αποστόλης δεν ένιωθε παρακατιανός που του κόλλησαν το σουτέμι «Πούτσουλας».

Ίσα – ίσα, ο ίδιος και το σόι του καμάρωναν που ήταν γενναίο παλικάρι και δεν κώλωνε ποτέ μπροστά στ’ άδικο και στην απειλή του ισχυρού.

Και τώρα, όχι μόνον δεν σκιάχτηκε από τον Τούμπαλα, αλλά τον μπαγλάρωσε με το’ να του χέρι, τον γύρισε μερικά μαϊλιάκια και τον σαβούρτησε σαν αδειανό ζεμπίλι πεντέξ’ σκέλια παραπέρα.

Και με τη σκανδάλη στο χέρι ταμπουρώθηκε στο μπαλκόνι του σπιτιού του και κράτησε καραούλι ωσότου σιγουρέψει τη σωτηρία του πλατανιού, τούτου του υπερήφανου δέντρου που εξακολουθεί εδώ και 150 χρόνια (σύμφωνα με τη γνώμη του μπάρμπα Δημουστέν’ φυτεύτηκε από Τούρκο μπέη γύρω στα 1870-75), να μας προσφέρει κουβαρντάδικα την παχιά ζωογόνα σκιά του.

ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ

Ακολουθήστε το e-vima.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις


ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ.

 

Δείτε επίσης.

 

Συνέχισε να διαβάζεις