23/04/2024
15.4 C
Serres

Κανοναρχώντας Χριστούγεννα …

Γράφει ο Μάρκος Μπόλαρης

Αρχές του Δεκέμβρη ήταν και τότες.

Νικολοβάρβαρα , λέει ο λαός.

Αντιδώρισε ο Γούμενος , απέλυσε την Κυριακάτικη Λειτουργία κι ύστερα στο αρχονταρίκι μαζωχτήκαμε γιά τον καφέ , το λουκούμι κι ένα ποτήρι τσίπουρο, έθος καλογερικό, και σήμερα , με τόσο κρύο , απαραίτητο γιά τους πεζοπόρους. 

Κρητικός τω γένει ο Γούμενος, του παππού φίλος , φιλόξενος αρχοντάνθρωπος, κανοναρχούσε τα των Χριστουγέννων, ένα καλό λόγο γιά τους επισκέπτες, μιά ευλογία για τα παιδιά, σας περιμένουμε νωρίς στη χριστουγεννιάτικη λειτουργία, στις πέντε να έρθετε,

GOTSIKA

αχάραγα, γιά να ιδείτε το αστέρι των μάγων, να προσέχετε στο δρόμο, παγώνει τις Δεκεμβριάτικες νυχτιές, τι Σοί προσενέγκωμεν Χριστέ, η έρημος την φάτνην, οι ουρανοί τον αστέρα, εμείς , χαμογελούσε πειραχτικά, εμείς, τσομπαναραίους πολλούς έχουμε στο Μπόζ Ντάγ, εξασφαλίζουμε και ποιμένες,

ρουφούσε θορυβωδώς τον σκέτο ελληνικό του και κανοναρχούσε τα χριστουγεννιάτικα, τα παιδιά, παπά Μελέτιε, τα παιδιά τα κεράσατε, θα μας πούνε τα κάλαντα, η παλιά θερμάστρα έτριζε και μπουμπούνιζε από τα ξύλα του αρχαίου πρίνου, ζεσταθήκαμε, μαζέψαμε ζέστη γιά την επιστροφή, ο καιρός ήταν σφιχτός, κάτω στη ρεματιά κρατούσε ομίχλη, γύρισε κι απηύθυνε τον λόγο στον πατέρα,

Ηλία , του είπε, εάν επιμένεις να κατεβείτε πεζή , είναι η ώρα, ο καιρός χιονιάς μοιάζει , μην σας βρει στο δρόμο, ήταν το σύνθημα, τα μάλλινα χειροποίητα σκουφιά, χερσίν της μητρός, στο κεφάλι, γάντια χειρόπλεκτα στα χέρια, τα πανωφόρια, την ευχή του Γέροντα λευίτη να πάρουμε, γιά βγούμε στο δρόμο. 


Μας ξεπροβόδισε, και στην ξώπορτα του αρχονταρικιού δίνει στον πατέρα ένα παλιό ντορβαδάκι, Ηλία, αφού θα επιστρέψετε από το αρχαίο μονοπάτι, στην στροφή κάτω από τον βράχο, ξέρεις, εκεί που έγινε το θαύμα, είναι μιά ελιά , σε απότομο μέρος, φορτωμένη είναι, αλλά δυσπρόσιτη,

μόνον παιδιά μπορούν να μαζέψουν τον καρπό, ράβδισέ την κι οι λεβέντες θα ξεχυθούν από κάτω, μα δύσκολα μπορεί μεγάλος να σταθεί σε τέτοια κατωφέρεια, θα ξεχυθούν, να το ντορβαδάκι και θα μαζώνουν τσή ελιές, ευλογία του Ηγουμένου, ξέρεις εσύ να τσή σιάζεις, ε , ξέρεις , δεν ξέρεις ; , ξέρεις , πηγαίνετε τώρα, μισή ώρα στάση,

τρυγάτε όσες ελιές μπορέσετε από τούτο το δέντρο κι ύστερα στην ευχή του Χριστού, τον ντουρβά μου τον φέρνετε όταν θα ξαναρθείτε, τα Χριστούγεννα ελάτε, να πανηγυρίσουμε μαζί , να ρουφήξετε και μια κοτόσουπα μετά την απόλυση, να πούμε και τα κάλαντα ! 

Ο καιρός σφιχτός, ούτε έβρεχε, ούτε χιόνισε, ούτε φύσαγε, κρύο τσουχτερό, τάντανο, κρύο να μελανιάζουν τα χέρια, να κοκκινίζουν οι μύτες, χαμηλή νέφωση, λές και ακουμπούσαμε με το κεφάλι στο σύννεφο,


βγήκαμε στο δρόμο, ευχαριστήσαμε τον Παππού για τις ευλογίες, και ροβολήσαμε στο αρχαίο μονοπάτι , στο αρχαίο στρατί που φιδισέρνεται ανάμεσα στον ελαιώνα του Μοναστηριού και κινείται νότια – νοτιοδυτικά μετά προς την θεοφρούρητο πόλη των Σερρών, βραχότοπος, που βρήκες χρώματα κι ανθείς, πού μίσχο και σαλεύεις, κι εκεί που τελειώνουν τα λιόδεντρα λόχμη, πυκνή λόχμη αδιαπέραστη, πουρνάρια με αγκαθωτά φύλλα, βράχια , από την νεροσυρμή κάτω βαθειά στη χαράδρα ,

βράχια ίσαμε ψηλά τις κορφές, ριζιμιά βράχια και πουρνάρια, πέτρες και αγκάθια, πέτρα καταφυγή τοις λαγωοίς, δαβιτικώς διαπιστώνουμε, όσο αρχαίο τούτο το στρατί τόσον πανάρχαιος κι ο ελαιώνας, εφτακόσια τόσα χρόνια, ο βορινότερος ελαιώνας στην Ελλαδική χερσόνησο, με ντόπιες, δικές του, μοναδικές στον κόσμο ποικιλίες ελιάς, Σερριώτικες ποικιλίες, που , αλλοίμονον, τις ξέχασαν κι οι Σερραίοι, ακολουθούσαμε το μονοπάτι, πατέρα, που είναι ο βράχος ,

ο βράχος που είπε ο Ηγούμενος, ο βράχος που έγινε το θαύμα, ποιό θαύμα έγινε, ξέρεις ;, θα ξέρεις, μικρές παγωμένες σταγόνες ξεκόπηκαν από το σύννεφο, χιονόνερο, μουρμούρισε, για να δούμε, θα προλάβουμε, αναρωτήθηκε, μικρές παγωμένες σταγόνες μας βρήκαν στο πρόσωπο, σαν να μας τρυπούσαν,

θα τον δείτε τον βράχο, θεόβραχος είναι, θα καταλάβετε, θα τον γνωρίσετε χωρίς να σας τον συστήσω, άγριος, θεόρατος, σαν γίγαντας που εποπτεύει το μονοπάτι, σαν να φυλάγει τον ελαιώνα από επίβουλους, σαν να φοβερίζει πειρατές κι άπιστους,

θεόβραχος, μονόπετρα, σε λίγο θα ιδείτε , να, ιδέτε τώρα κάτω αριστερά στην πλαγιά ο λαχανόκηπος του μοναστηριού, λάχανα και πράσσα, κουνουπίδια και σπανάκια, όλα κιτρινισμένα από την παγωνιά της πρωινής πάχνης, να, δείτε λίγο πιό πάνω το κοιμητήρι, κι ένα γύρω κυπαρίσσια ,

ψηλόκορμα, τεντώνονται σαν να θέλουν να λογχίσουν τον ουρανό, σα τα καμπαναριά των γοτθικού ρυθμού εκκλησιών, γή πάλιν σαν οδοδείχτες που δείχνουν το Α και το Ω , ένα γύρω από την εκκλησιά στο κοιμητήρι, των Πατέρων ημών κοιμητήρι, από τα 1271 μέχρι τα νύν, γενιές και γενιές ,

τι έχουν δεί τα μάτια τους, τι έχουν ενωτιστεί τα αυτιά τους, άλλοι με Ρωμιούς αυτοκράτορες και Πατριάρχες Οικουμενικούς , άλλοι με Βούλγαρους να επιβουλεύονται κι άλλοι με Σέρβους Δεσποτάδες, άλλοι με τους κλεινούς Παλαιολόγους κι άλλοι με Καντακουζηνούς, άλλοι με Τούρκους Σουλτάνους και Πασάδες, άλλοι με τον Παπά Συναδινό τον Σύγκελλο κι άλλοι με τον μεγαλέμπορο τον κυρ Μανωλάκη τον Παπά συνόμιλο , κι ίσα να αποσώσει τον λόγο, να στην στροφή, νάτος ο βράχος,

κόπηκε η αναπνοή μας, σα γίγαντας να μας έφραζε τον δρόμο, σα θεριό αγριεμένο να μας πρόσταξε να σταματήσουμε, Χριστέ μου, μεγαλοπρέπεια, το θαύμα, τι θαύμα, αφού μας είπε ο Παππούς, εδώ θαύμα έγινε, φτάναμε στην ακραία ελιά, κάτω στα πόδια του βράχου, λοιπόν, ξεκινά, ο πατέρας ,

εγώ θα ραβδίζω, κι εσείς θα μαζέψετε , κι όσο θα μαζεύετε, προσεκτικά μην σας πάρει ο κατήφορος και βρεθούμε στη χαράδρα, κί όσο θα μαζεύετε θα σας ανιστορήσω τα θαύμα, όπως μας το αφηγήθηκε ο πατήρ Γεννάδιος ,

ο συγχωρεμένος , παλιός καλόγερος Σερραίος , που το πατρικό ήταν στη γειτονιά μας, στου Τιμίου Σταυρού τον μαχαλά , σύμφωνοι ; Ξαμοληθήκαμε με το ντουρβαδάκι στο χέρι , εκείνος ράβδισε , ο Θεός συγχωρέσοι αυτόν, κι άρχισε την ιστορία που στόμα με στόμα παραδίνονταν, από γενιά σε γενιά : 

Ήταν στους χρόνους που ακόμη η Πόλη, η Βασιλεύουσα, δεν είχε πέσει στα χέρια των Τουρκώνε, μα τα Σέρρας , είχε ήδη σκοτωθεί ο Δεσπότης ο Ιωάννης ο Ούγκλεσης στη μάχη του Έβρου, τα Σέρρας έπεσαν στα χέρια του Σουλτάνου,

ο Μουράτ θαρρώ πώς ήταν, τα Σέρρας συνθηκολόγησαν τότες που οι Οθωμανοί ετοιμαζόντουσαν γιά την μεγάλη μάχη του Κοσσυφοπεδίου, την μάχη που έκρινε ποιός θα αφέντευε τα Βαλκάνια τους επόμενους αιώνες, κι ο Πασάς των Σερρών ορέχτηκε τον ελαιώνα του Μοναστηριού, ανέβηκε να ιδεί τον τόπο , ξυπάστηκε που είδε τόσες χιλιάδες ελιές μέσα σε τούτον τον αγριότοπο,

λογάριασε πόσο ελαιόλαδο να παράγουν, σπιρούνιασε το άλογο , αυτούς κι οι καβαλαραίοι του, να τη η συνοδεία στο Μοναστήρι του Προδρόμου, κι ο Πασάς με διχαλωτή γλώσσα αξιώνει απ’ τον Ηγούμενο να του δώσει τις ελιές, τον ελαιώνα ολάκερο, του λέει , δηλαδή, εμπαίζοντάς τον πως την άλλη ημέρα ,

θα ανεβούνε οι δυό τους πάνω στ τούτον τον θεόρατο βράχο που δεσπόζει στον μονοπάτι προς τα Σέρρας κι από εκεί , από την κορφή του βράχου, πενήντα – ογδόντα μέτρα, όσα είναι, θα αφήσει ένα ποτήρι γεμάτο κρασί να πέσει στο κενό, κι άν, λέει εμπαίζοντας ο Πασάς, κι άν , λέει,

δεν σπάσει το ποτήρι, χαμογελάει κάτω από τα μουστάκια του, αν δεν σπάσει το ποτήρι πάνω στους βράχους, κι άν δεν χυθεί το κρασί, τότες , έ, τότες γέρο Γούμενε, οι ελιές κι ο ελαιώνας χάρισμά σας , αν όμως, σπάσει το ποτήρι ή δεν σπάσει αλλά χυθεί στον κατήφορο τα κρασί, τότες , όλα τούτα δικά μου ! 

Τον κοίταξε ο γέροντας, το θράσος και την προπέτεια της εξουσίας αναλογιζόμενος, τον ξανά κοίταξε κι ένευσε καταφατικά ! 

Το προς πρωί πρωί , του απάντησε άμεσα, με στίχο του Προφητάνακτα Δαβίδ, και έδωσε εντολή στους καλογέρους να ετοιμάσουν το τραπέζι για να φιλέψουν τον Πασά και την συνοδεία του. 

Αγρύπνησαν , ολονυκτίς , ο γέρο Ηγούμενος κι οι Πατέρες της Μονής , σηκώσαν τα χέρια ψηλά στον Τίμιο Πρόδρομο να ζητήσουν βοήθεια και στους Αγίους Κτήτορες τον Επίσκοπο Εζεβών Ιωαννίκιο και τον ανηψιό του Μητροπολίτη Ζιχνών Ιωάννη, έτι και έτι, κι ενώ ο Πασάς κοιμήθηκε τον ύπνο του επιτυχημένου ,

του εξουσιαστή, του δυνάστη, τούτοι οι Προδρομίτες γόνυ έκλιναν, ασιγήτοις ύμνοις και παρακλήσεσιν, αφ’ εσπέρας και έως της αυγής , μέχρις ότου, στο χάραμα , καθώς η Θεία Λειτουργία ολοκληρωνόταν κι η Συνοδεία μεταλάμβανε, στο Άγιο Βήμα, ολοζώντανος , εν θαυμαστή οράσει, εμφανίστηκε στα μάτια του πολιού Ηγουμένου ο Κτήτορας , ο εν Αγίοις Ζιχνών Ιωάννης , και επιτίμησε τον Παππού Ηγούμενο ,

ζητώντας του τον λόγο, ποιός σου έδωσε το δικαίωμα να στοιχηματίσεις τα χωράφια μου και τις ελιές μου, ποιός σου έδωσε το δικαίωμα να παίζεις κορώνα – γράμματα τα λιόδεντρα που με τα χέρια μου φύτεψα σε τούτο τον αγριότοπο για να τον ημερέψω ; 

Μα , έλα, τώρα, του είπε, μάζεψε την Συνοδεία, πάρε και το ποτήρι με το κρασί, μη σκιάζεσαι, εκεί θα είμαστε μαζί σας , στα χέρια μου θα καθίσει το ποτήρι το γυάλινο που θα ρίξει ο Πασάς, μην σκιάζεστε, δεν θα χυθεί ούτε το κρασί, η δέησή σας εισακούστηκε, όπως και τω όντι έγινε,

έτριβε τα μάτια του ο Πασάς , λίγο αργότερα , δεν πίστευαν στα μάτια τους οι σπαχήδες που τον ακολουθούσαν, όχι μόνον το ποτήρι δεν έσπασε κι άς έπεσε από το ύψος του φοβερού βράχου, μα κι ούτε το κρασί χύθηκε , κι άς είναι φοβερός ο κατήφορος, τέτοιος που ούτε τις ελιές όταν ραβδίζονται μπορεί να μαζέψει άντρας, σώθηκε έτσι ο ελαιώνας, ήταν θέλημα Θεού, το κατάλαβε κι ο Τούρκος, έμειναν από τότες οι ελιές στον Πρόδρομο, είχε ολοκληρωθεί πιά κι η εξιστόρηση, είχε τελειώσει και το ράβδισμα, τελειώναμε κι εμείς την συλλογή, μας βοηθούσαν δυό τρία ,

ύστερα, τρία τέσσερα κοτσύφια, μέσα στην παγωνιά, η ελιά ο καλύτερος μεζές των κοτσυφιών, τσιμπολογούσαν μέσα στην καταχνιά και το αγιάζι, τα κελαηδίσματά τους θεϊκή παρηγορία εκείνη την μέρα που ήταν σφιχτός ο καιρός, κελαηδίσματα και πάσα πνόη αινεσάτω, τα θηρία και πάντα τα κτήνη, ερπετά και πετεινά πτερωτά , αινείτε τον Κύριον, τα όρη και πάντες οι βουνοί, τα χιονόνερο δυνάμωσε, δυό κιλά ελιές , μπορεί και τρία, θα είχαν μαζευτεί στο ντουρβαδάκι, όμορφο πλεγμένο με γιδότριχα, αθάνατο, το χιονόνερο άρχισε να μας μαστιγώνει το πρόσωπο,

ελάτε φτάνει, τις λοιπές θα τις μαζώξουν τα κοτσύφια, καλογέροι είναι κι αυτά, μελανηφορούντες κι άδοντες τω Κυρίω, τις έβαλε , την άλλη μέρα τις ελιές σε τσουβάλι, αφού τις πάστωσε με χοντρό αλάτι και έβαλλε δυό – τρία φύλλα δάφνης ανάμεσό τους, και μιά μεγάλη πέτρα πάνω στο τσουβάλι,

αξέχαστες μου μείναν στη μνήμη εκείνες οι ελιές, έχω ακόμη στη γλώσσα την γεύση μιάς γλυκιάς πικρίλας, μας τράταρε στο τραπέζι της παραμονής των Χριστουγέννων, με το χριστόψωμο, από εκείνες τις ελιές, κι αναρωτιέμαι ακόμη , τάχα ήταν που τις μαζέψαμε εμείς στην κακοτράχαλη κατηφοριά,

ήταν ίσως η παγωνιά και το χιονόνερο, λές να ήταν η ευλογία του Γέροντα, ή , μήπως όλη η θεσπέσια εκείνη γεύση , η γλυκόπικρη στο στόμα, η αξέχαστη μέχρι του νύν, να οφείλεται στον Άγιο Κτήτορα, που ήταν παρών στο θαύμα με τον Πασά κι αγίασε έκτοτε τον τόπο και τα προϊόντα του , ή μήπως , πάλιν , αναθιβάνω, εξιστορώ κι εξίσταμαι, στο χοντρό αλάτι και το τσουβάλι με το δαφνόφυλλο, 

ή μήπως, τέλος , συντρέχουν, λέτε, άραγες , τι λέτε,

όλα τούτα μαζί ;

Με το καλό τα Χριστούγεννα !

Τρισδιάστατη προβολική χαρτογράφηση στο Διοικητήριο από την Π.Ε Σερρών

Περιοδεία της Κ.Ο.Β. Βισαλτίας του ΚΚΕ στο Κέντρο Υγείας Νιγρίτας

Μέσα η Αθηνά Αηδονά στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο!

Ακολουθήστε το e-vima.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις


ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ.

 

Δείτε επίσης.

 

Συνέχισε να διαβάζεις